«Εάν είσαι μόνος, μην επιλέξεις το δρόμο της ζωής σου»! Μας λέει ο Δε Λαστίκ στο παγκάκι του Κάστρου

Λένε οι σοφοί ότι έρχεται η στιγμή που επιλέγεις τον δρόμο. Και αν πέσεις, πάντα θα υπάρχει το σωστό και το λάθος!  Και πάντα επιλέγεις!

Στο παγκάκι του Κάστρου, πρωί, πρωί στην καταχνιά και στην απέραντη ηρεμία. Ούτε νταλίκες, ούτε καράβια, ούτε τσιμέντα, ούτε  βυτία καυσίμων! Το μυαλό του καθενός όπως και το δικό μου, με σκυθρωπό καιρό,  σε κάτι τέτοια  περίεργα και παλαβά θα στριφογυρίζει.  Που είναι τώρα μια παρέα, αναρωτιέμαι μέσα μου, να ξελαμπικάρω. Που είναι οι φίλοι οδηγοί να πάνε σε άλλους καιρούς το μυαλό σου! Που είναι ο Δε Λαστίκ  να μου πει τα λάθη και τα σωστά…

Και τσακ κάθισαν δίπλα μου ο Νίκος και ο Στέργος. Κοπήκανε τα πόδια μου, ανατρίχιασα! Ο μουντός ορίζοντας πέρα στην Αλικαρνασσό άρχισε ξαφνικά να ανοίγει λες και η άφιξη τους παραμέρισε την καταχνιά.  Ήταν τόσο φωτεινά γύρω! Έλαμπαν και οι δύο!

Μια απόφαση ήταν τότε, στην αρχή. Μια επιλογή του δρόμου. Και ήρθαν να μου θυμίσουν το σωστό!

Ή φτιάχνουμε μόνη μας την πόλη ή περιμένουμε να την φτιάξει ο Ροδίτης Νομάρχης και ο Κρητικός υπουργός που ούτε ξέρουν που βρίσκεται το νησί, ούτε θα ζήσουν σ’ αυτό.

Ο Νίκος Σβύνος και ο Στέργος Μάμμης δίπλα μου ήταν αμίλητοι και χαμογελαστοί. Πάντα έτσι ήταν. Παραξενεύτηκα. Που κατάλαβαν, αναρωτήθηκα, τις περίεργες σκέψεις μου που στριφογύριζαν πρωί, πρωί στο κεφάλι μου. 

Ψάχνομαι, λες και δεν ξέρω καιρό τώρα ότι στο παγκάκι μας παρακολουθούν! Λες και δεν ξέρω ότι τα έργα τους και η ζωή τους είναι αυτά που τους κάνουν να γυροφέρνουν κοντά στους αγαπημένους τους.  Ότι όταν βλέπεις το ψηφιδωτό στον άγνωστο στρατιώτη κάθε πρωί και θυμάσαι τους χοχλάκους της Νισύρου, νιώθεις την παρουσία τους ολοζώντανη. Ότι όταν βλέπεις το ΙΚΑ, το Νοσοκομείο, το τέταρτο δημοτικό, τις κερκίδες, ξέρεις ότι οι δύο τους ήταν η πολύτιμη μαγιά, η αρχή του δρόμου, της πόλης που πενταπλασιάστηκε.

Ο Δε Λαστίκ δίπλα μου γελούσε πονηρά. Την πάτησες μου λέει! Δίπλα σου στην άλλη άκρη κάθονται κι’ άλλοι και δεν τους είδες. Γυρίζω και έμεινα κόκκαλο.

Ο Θεόφιλος Χατζηστέργος, ο Μιχάλης Βασιλειάδης, ο Σταμάτης Χατζημιχαήλ από τους πρώτους συντρόφους στο Δήμο και ο Γιάσος, ο Αντώνης του ΚΟΑΛΑ, ο επόπτης Θεοδόσης Διακογιάννης να τους σκουντούνε!

Ήταν η αρχή, το ξεκίνημα! Οι επιλογές! Οι εργολάβοι. Η διαχείριση. Το εύκολο χρήμα που βγαίνει από τις τσέπες άλλων. Το κόμμα. Και η στενή σκάλα που φτάνει σταστέρια.

Πράγματι, σκέφτηκα, οι σοφοί κάτι θα ξέρουν παραπάνω! Στη ζωή σου θα υπάρχουν πάντα δύο δρόμοι και πρέπει να διαλέξεις τον έναν. Στην αρχή της ζωής σου ή όταν πέσεις!  Μάλιστα κάποιοι τους ονόμασαν της αρετής και της κακίας! Άλλοι δύσκολο και εύκολο. Με αγκάθια ή ροδοπέταλα. Και κάποιοι άλλοι τους χαρακτηρίζουν σωστό και λάθος! Όμως στο μαγικό παγκάκι δεν χωράνε επιφυλάξεις, ούτε προβληματισμοί!

Ο Δε Λαστίκ δεν φώναξε τυχαία τους αμέτρητους συντρόφους εκείνης της αρχής. Τόσα είδε και τόσα έμαθε εκατοντάδες χρόνια τώρα! Τους ξέρει όλους με τα μικρά τους! Είδε τον Νίκο και τον Στέργο! Έφερε τους συμβούλους που αποφάσιζαν και τους πολίτες που απαιτούσαν, ήλεγχαν, συμμετείχαν,  και μάζευαν λεφτά με τα βιβλιάρια, δέκα, είκοσι πενήντα δραχμές και ψιθυρίζει:

Δύο είναι οι δρόμοι και έχουν όνομα! Επιλέγεις τον ένα δρόμο ώστε να μπορείς να ζήσεις με τον εαυτό σου!!

Επιλέγεις τον άλλο και συνεχίζεις να ζεις, αλλά είσαι νεκρός και δεν το ξέρεις….

Γιαυτό και η επιλογή είναι μία!  Μην τον επιλέξεις μόνος σου! Θα την πατήσεις! Νάναι κιάλλοι δίπλα σου, μαζί σου πολλοί! Διαφορετικά θα συνεχίσεις να ζεις, αλλά θα είσαι νεκρός και δεν θα το ξέρεις.

Κ. Καϊσερλης π. Δήμαρχος Κω

Στο παγκάκι του Κάστρου αξίζει να κάθεσαι αν η ζωή σου δεν ήταν ρουτίνα

Βρε τι έπαθα! Μπήκε το μηχανάκι στο λούκι που πέρασαν τις οπτικές ίνες του ΟΤΕ και κόντεψα να σκοτωθώ!

Το σκεφτόμουνα όταν έκατσα στο παγκάκι και ανατρίχιασα.

Δεν θέλει πολύ! Ένα λούκι Μια λακκούβα από τις χιλιάδες στο δρόμο του καρνάγιου!

Το μυαλό μου πήρε ανάποδες! Και ήρθανε εκείνες οι μέρες της ανοικοδόμησης της πόλης.  Της στενής ατέλειωτης ανηφορικής σκάλας για να πιάσεις τ’ αστέρια! Ένα, ένα τα χιλιάδες σκαλοπάτια μελετημένα από την αρχή, Το παλιό λιστεράκι και μετά ο Νικήτας. Το πρώτο φορτηγό και μετά ο Γιάννης,  Ο εννιά είκοσι, Η τσάπα! Από το παλιό του 1948 μέχρι το καινούργιο Βιμπάο…… Μέχρι να ενωθούν τ’ αστέρια μεταξύ τους και να μην υπάρχει χώμα και λακκούβα στο δρόμο.

Και τσακ το παγκάκι εκαμε τα μαγικά του! Ένας, ένας άρχισε να κάθεται δίπλα μου η ομάδα του Σωκράτη. Δεν φτιάχτηκε τυχαία. Επιλεγμένη ήταν και όχι ρουσφέτι η πρόσληψη τους. Τα σκαλοπάτια προμελετημένα. Νανέβουμε μόνοι μας χωρίς εργολάβους. Χωρίς την ΑΤΕΚ!, τους διαγωνισμούς και τα κολόκουρα.  Τ’ αστέρια βλέπαμε! Και τη σκάλα χωρίς ανηφόρα.….

Γελούσαν! Να μου πεις πάντα γελούσαν! –Δήμαρχε, να φωνάζει ο Γιάννης, ξεχάσαμε ένα δρομάκι στα τσαίρια και είναι ντροπή! Ο Γιάννης Χατζησεβαστός που δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω. Λες και ήταν δικό του το δρομάκι. Δικιά του η Δημαρχία! Λες και προστάτευε το Δήμαρχο από τη καταφαούρα και τη ζήλια!

Ο Σωκράτης Τσατσακλάς, αρχηγός, πάμε παιδιά, δεν βράδιασε ακόμα . Γελούσε ο Χαρτοφύλης Σβύνος και η ομάδα ακολουθούσε. Οι μηχανοδηγοί, οι οδηγοί, οι ασφαλτάδες μας. Ο Μιχαήλος Πολίτης, ο Νικήτας Αφεντούλης , ο Ανδρέας Χόνδρος το θηρίο.  Όλοι αυτοί οι συνεργάτες που έφυγαν και πάντα θα είναι παρόντες στο μυαλό και στην καρδιά αυτών που έμειναν και τσαλαβουτάνε στις λακκούβες των δρόμων….. 

Ήταν τόσο γλυκό αυτό το πρωινό που δεν σου επιτρέπει γκρίνιες για το σήμερα. Τα περιστεράκια ψηλά στο κάστρο γουργούριζαν χαρούμενα για την πανάκριβη  συνάντηση. Λάδι η θάλασσα και το ψιλό μαριδάκι, κοπάδι, κοπάδι, πηδούσε χαρούμενα στον αφρό σαν να γιόρταζε τη μάζωξη άδολων και αψεγάδιαστων στην δουλειά και στο καθήκον υπαλλήλων του Δήμου μας που έφυγαν χωρίς να γευτούν τους καρπούς της προσφοράς τους.

Παρών ο Δε Λαστίκ, να σε τσιγκλήσει!  — Μάλλον δεν βλέπεις δήμαρχε την ανηφόρα! Δεν βλέπεις τη σκάλα! Μάλλον μέσα στη χαρά σου για τον ερχομό των συντρόφων σου να μην βλέπεις ότι δεν θα υπήρχαν και δεν θα βουτούσαν στον αέρα τιτιβίζοντας τα νεογέννητα περιστεράκια,  αν δεν υπήρχαν οι γονείς τους που κατάκοποι από το μακρινό ταξίδι, το πρώτο που έφτιαξαν ήταν η φωλιά  για να τα προστατέψουν,

Ο ήλιος ανέβηκε. Ένοιωθες τη ζέστη και βιαστικά για να προλάβω πριν μου φύγουν οι αγαπημένοι, αυτοί που δεν άφησαν δρομάκι για δρομάκι χωρίς άσφαλτο, άρχισαν να περνούν από μπροστά μου οι σκηνές από το έργο «Χθες, σήμερα, αύριο» του Βιτόριο ντε Σίκα με τον αξέχαστο Μαρσέλλο Μαστρογιάννη.

Το καζάνι του Χαρτοφίλη με τον Ανδρέα να βάζει τα ξύλα να ζεσταθεί η πίσσα. Ο Σωκράτης, ο θοδωρής και ο Νικήτας που πήραμε από την ΑΤΕΚ προμελετημένα. Το πρώτο στρώσιμο του σέλμακ στη Θεμιστοκλέους, τίγκα στο χώμα, που μας έκαμε να φτιάξουμε δικό μας λατομείο. Η διπλή σφραγιστική που ακόμα υπάρχει στα μακρινά δρομάκια. Το σέλμακ στο δρόμο του Φάρου. Να προλάβουμε. Να προλάβουμε τη βροχή. Η ανάπτυξη δεν περιμένει. Οι πολίτες δημιουργούσαν. Με μέσο στο Λιμεναρχείο του Πειραιά για να μπει στο καράβι κάθε τρεις μέρες και λίγο το δεκάτονο της πίσσας! Το πρώτο μεταχειρισμένο Βιμπάο του 1947. Το πρώτο ολοκαίνουργιο γκρέιτερ. Και την πρώτη  μεταχειρισμένη τσάπα που μας έφερε από την Γερμανία ο αξέχαστος Λεωνίδας Αναστασίου. Τα δύο καινούργια φορτηγά και ο 9-66 που αγοράσαμε από το έργο της διάνοιξης του δρόμου στον παραλιακό του Ραγούσα με τον Χατζησεβαστό να τα χαδεύει.

 Ο Δε Λαστίκ εκεί! με τον χαβά του!  Ποιες άλλες εποχές, μου ψιθυρίζει! Ποιοι άλλοι άνθρωποι! Ξεβράσαμε στην Κω τρισάθλιοι και χτίσαμε ολόκληρο Κάστρο για το τσαχπίνικα μάτια της Νερατζιάς! Φαντασία θέλει! Κάστρο για να σωθούν αυτοί που μας τάιζαν! Όνειρα μέχρι να φτάσεις σταστέρια! Ομαδικότητα όπως το κοπάδι το μαριδάκι για να μην τα ξεμοναχιάσει το μεγάλο ψάρι, ο κυνηγός. Τη φωλιά του χελιδονιού πρώτα για να ζήσουν τα μικρά. Και όλα  προμελετημένα και για τις εύκολες και για τις δύσκολες εποχές.

Η σκάλα! Στα όνειρα στενό μονοπάτι μέχρι ταστέρια!  Κιας βρίσκονται τάστρα λαμπυρισμένα  στη θάλασσα μπροστά μας. Ναι! Ο λαός, ο μικρός και ο μέγας! Χελιδονάκια και μαρίδες, για να γίνουν τα όνειρα πραγματικότητα….

Κ. Καϊσερλης π. Δήμαρχος Κω

Στο παγκάκι με τον Δε Λαστίκ, τα πολιτικά φαντάσματα και οι Μάο, Μάο.

Κυριακή πρωί, πρωί, ο ήλιος καλά, καλά δεν είχε βγει ακόμα και το παγκάκι έβραζε.  Λες, είπα μέσα μου, να τσακώνονται στον χάντακα από κάτω ο Δε Λαστίκ με τους δικούς του. Λες να ήταν αληθινό το όνειρο που είδα το βράδυ με τα φαντάσματα!!

Τσακ και το παγκάκι έκαμε το θαύμα του. Το μυαλό μου πήγε σε άλλα μέρη! Μακρινά μέσα στη Ζούγκλα.

 Εμφανίζεται ένα χωριό με τους φιλήσυχους κατοίκους του, τους Μάο, Μάο. Ο ένας λίγο στραβός, ο άλλος λίγο κουτσός, άλλος με τικ, και όλοι κοντοί δυό πιθαμές κάτω από το κανονικό!!! Όλοι γνωστοί και φίλοι, να κοροϊδεύουν ο ένας τον άλλον. Κούτσαυλο ο ένας, τύφλακα ο άλλος. Αλλά και να φτιάχνουν με ότι έχουν και ότι μπορούν, άλλος λίγο και άλλος πολύ, το χωριό και τη γειτονιά τους.

Βλέπετε μόλις είχαν φύγει οι κύκλωπες που τους είχαν δούλους και υπόφεραν. Άσε που τους έτυχαν και οι πληγές του Φαραώ με τα καπνά, τις τομάτες, τη ξενιτειά και όμως είχαν ξαναστήσει το χωριό τους.

Και κεί που ζούσανε, ξαφνικά από το πουθενά,  έρχεται στο χωριό ένας τύπος ένα μπόι παραπάνω! Βλέπει το χωριό, κόβει τους Μάο, Μάο από πάνω μέχρι κάτω και λέει μέσα του: Εδώ είναι καλά ν’ αράξω. Μπορεί να είναι κουτσοί, μπορεί να είναι στραβοί, αλλά είναι προκομένοι και το χωριό μάλλον έχει ανάγκη από έναν πιο ψηλό να τα βλέπει από πάνω και νάναι και γερός.

Ανοίγει το μαγαζί του, φτιάχνει την οικογένεια του και ξεκινά τη βιοπάλη. Έλα όμως που δεν είχε ομπρέλα!. Βλέπετε σε αυτό το χωριό βρέχει συνεχώς και οι σακάτηδες Μάο, Μάο είχαν το σπιτάκι τους και  κρατούσαν και από μία ομπρέλα! Εκείνος κάθε μέρα ήταν σούππι!

Το σκέφτεται καλά και αγοράζει μια ομπρέλα από την πιάτσα! Την συνηθισμένη ομπρέλα! Αυτή που πουλούν πέντε ευρώ σε όλα τα μέρη του κόσμου!  Πούχει πάνω της σημαίες των προγόνων!  Που θα πάει σου λέει, αυτή η ομπρέλα θα με καλύψει! Και ξεκινά. Να οι πρόγονοι από δω, να οι πρόγονοι από κει! Άλλωστε το παραμύθι το ξέρει πολύ καλά. Πάνω στις φωτογραφίες των αρχαίων προγόνων στήθηκαν κράτη ολόκληρα….

Όμως κάτι δεν πάει καλά. Μετρά, ξαναμετρά το βρέξιμο και βλέπει ότι αυτή η ομπρέλα δεν φτάνει. Οι μπόρες ήταν δυνατές, οι σακάτηδες βολεύονταν ενώ αυτός με μια ομπρέλα και μάλιστα ξεθωριασμένη και πολυχρησιμοποιημένη γινότανε ακόμα  σούππι! 

Σκέφτεται, ξανασκέφτεται. Έβαλε κάτω το μυαλό του όπως ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Μελέτησε καλά τον καιρό! Μελέτησε καλά και τους σακάτηδες Μάο, Μάο που δεν άκουγαν και δεν έβλεπαν καλά και το βρήκε!  Εδώ, λέει μέσα του, χρειάζεται ακόμα μία ομπρέλα! Είμαι σου λέει ψηλός και με μια ακόμα ομπρέλα που θα έχει μακρύ χέρι θα τους σκεπάσω όλους!

Μάνι, μάνι πάει στο φύλαρχο του χωριού και αυτός αμέσως συγκινημένος από την ξεφτισμένη ομπρέλα με τις σημαίες του δίνει μιά δικιά του!

Την ανοίγει χαρούμενος και με καμάρι άρχισε να πηγαινοέρχεται στο χωριό! Έλα όμως που η ομπρέλα ήταν του κουτσού Φύλαρχου και γελούσανε όλοι οι άλλοι που ήτανε κουφοί και στραβοί!!!!!!.

Το σκέφτεται από δω, το σκέφτεται από κει, πετά την ομπρέλα του Φύλαρχου στα σκουπίδια ρεζιλεμένος  και παίρνει την μεγάλη απόφαση:. Δεν πάει άλλο! Θέλω και δεύτερη ομπρέλα και τελικά θα πάω στο Μάγο που ήτανε στο άλλο χωριό!

Έχοντας λοιπόν δύο ομπρέλες ο δικός μας, την μια με τη σημαία και την άλλη του Μάγου αισθάνεται παντοδύναμος! Πήραν τα μυαλά του αέρα, αγνόησε ότι σαυτό το χωριό έχει καταιγίδες και ξαφνικά με τους κεραυνούς και τις αστραπές άρχισε να βλέπει πολιτικά φαντάσματα!

Οι νταλίκες με τα αμμοχάλικα που περνούσαν μου τα χάλασαν.  Άρχισε να τρεμοπαίζει η εικόνα!.  Η υπόθεση στο χωριό των Μάο, Μάο άρχισε να ξεθωριάζει Και ο Δε Λαστίκ που καθότανε δίπλα ίσα, ίσα που πρόλαβε.

Με βλέπει, χαμογελά,  κοιτάζει πέρα τον ορίζοντα, μετρά τα εκατοντάδες χρόνια που πέρασαν και μου λέει!

– Μην τα βάζεις με τον άνθρωπο! Δεν φταίει αυτός. Βρέχονταν και έπρεπε να βρει ομπρέλα! Και αντί να μπει στο σπίτι κάποιου σακάτη για να στεγνώσει, αγόρασε με πέντε ευρώ από την πιάτσα στο Μοναστηράκι την ομπρέλα, γεμάτη με σπαθιά και παράσημα των ηρώων που συγκινούν  τους σακάτηδες του χωριού και έκαμε και νταλαβέρι,  δανεικιά την άλλη ομπρέλα του Μάγου που εξουσιάζει όλα τα γύρω χωριά.

Σου λέω, απόσα έχουν δει τα μάτια μου τα εκατοντάδες χρόνια που κάθομαι στο παγκάκι, ότι έτσι θα κυκλοφορεί  όσο θα τον προστατεύουν αυτές οι ομπρέλες, μέχρι νάρθει η Άνοιξη και οι σακάτηδες να γειάνουν.

Τον λοξοκοιτάζω, ξύνω το κεφάλι μου και σκέφτομαι ότι ο Δε Λαστίκ έχει δίκιο!

 Έλα όμως που μου σφύριξαν ότι άρχισε να πουλά  κηραλοιφές και μαζούνια για το τικ…..

Κ. Καϊσερλης π. Δήμαρχος Κω

Αφιερωμένο σε όλους τους ιθαγενείς όπως μας έλεγε ο αξέχαστος Γιώργος Σουρασής στα ωραία του και φυσικά και σε κείνους που ήλθαν στο χωριό μας, ξέμειναν και από σεβασμό στους Μάο, Μάο  άρχισαν να αλληθωρίζουν και να αποκτούν τικ, και που σαν φαντάσματα κυκλοφορούν στο χωριό, γυροφέρνοντας ολοζώντανοι πάνω σε αυτά που έφτιαξαν με τον ιδρώτα τους μέχρι σήμερα.

Και να πω με όλο τον σεβασμό  στην αγαπητή κ. Σκαλέρη που μόλις προχθές τους τίμησε, αλλά και στο ιστορικό «βημα», ότι δεν πρέπει να ξεχνούν για τους έχοντες ομπρέλες το: «Όμοιος, ομοίω αεί πελάζειν» λαϊκά μεθερμηνευόμενο «Όμοιος στον όμοιο και κοπριά στα λάχανα» ή «δες με ποιους πάει για να μάθεις ποιος είναι»

Στο παγκάκι σήμερα ξαφνικά ο Κωστογλάκης με τον Βογιατζή και να και ο Σάκης.

Τι ήτανε να περάσει πρωί, πρωί, σήμερα από το παγκάκι ο Σουλεϊμάνης με το καροτσάκι της καθαριότητας. Μου τάλλαξε όλα! Την ηρεμία της θάλασσας, γιαούρτι. Το γρου, γρου τα περιστεράκια! Ο Σουλεϊμάνης πενήντα και πάνω χρονώ. Χίλια ευχαριστώ κύριε Κώστα! Μέβαλες και παρακολούθησα τα σεμινάρια των συνεργατικών, φτιάξαμε τη συνεργατική της καθαριότητας και από τότε έχω δουλειά στο λιμάνι.

Εποχικός το ρωτώ ή μόνιμος! Όχι κύριε Κώστα, εργολάβος έχει πάρει την καθαριότητα του λιμανιού!. Εφτά, οκτώ μήνες δουλειά με το βασικό μεροκάματο! Καλά είναι! Αλλά να, δεν παίρνω ανεργία γιατί υπογράφω οικειοθελή αποχώρηση!

Έμεινα σύξυλος! Δεν έβγαλα μιλιά! Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι μου! Ευτυχώς που βουτούσε εκείνη τη ώρα ο Χαχλαστός και έβγαλα ταπωθημένα μου!

Κάθομαι στο παγκάκι και τσακ δίπλα ο Στέργος Βογιατζής ο κλητήρας μας με τον φίλο του τον Παναγιώτη Κωστογλάκη. –Δήμαρχε, μου λέει, μη στεναχωριέσαι, ακόμα και εκεί πάνω στα δεξιά του, ο Παναγιώτης μιλά για σένα. Σου τον έφερα να σε χαιρετίσει! Οκταμηνίτης ήτανε ο Παναγιώτης χρόνια στο συνεργείο της καταπολέμησης των κουνουπιών και τον έκαμες μόνιμο.

Μπερδεύτηκα! Που ακούσανε και οι δύο τον Σουλεϊμάνη και κατέβηκαν να μου πούνε για το έγκλημα και την ομηρία των εποχικών, το μεροκάματο του πόνου. Τους ήξερα, τους έζησα. Ήταν ψυχούλες. Φύλακας άγγελος στην πόρτα του Δημάρχου με τη στολή του ο Στέργος. Και ο Παναγιώτης δεν ήξερε μόνο την κάθε φωλιά των κουνουπιών, τα μισογεμάτα νερό πεταμένα μπουκάλια εκεί που γεννούσαν, αλλά και το πινέλο του που ζωντάνευε μέσα στα χοντροκομμένα χέρια του! 

Νευρίασα. Και στο παγκάκι για πρώτη φορά κάθισαν οι αγαπημένοι μαζί με τους ζωντανούς. Κάθισε, λες και τον φώναξαν, ο Σάκης. Ο δικός μας Σάκης. Ο κάθε Σάκης αυτού του νησιού. Απλοί άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας που δεν τους πιάνει το μάτι σου και που μέσα τους κρύβουν μια τεράστια δύναμη να κατεβάσουν βουνά ολόκληρα.

Αλήθεια! Ποιος ανόητος, ποιος πολιτικάντης και ποιος μεγαλόσχημος ηγέτης θα υπήρχε και θα έλεγε όχι στον Σάκη να δημιουργήσει και να προσφέρει τον εαυτό του τον ίδιο, αντί να οικτίρει το καφενείο Ελλάς!

Όλα στα εύκολα! Όλα στους εργολάβους! Οι συνεργατικές είναι νόμος του κράτους. Τον έφεραν από την Ευρώπη και τον ψήφισαν και η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Ποιος είναι αυτός ο ανεγκέφαλος από το δημοτικό συμβούλιο που θα πει όχι στο Σάκη να αποκτήσει τα εργαλεία που χρειάζεται για να δημιουργήσει. Με εφτά, με δεκαεφτά, με εικοσιεφτά μέλη  Με αξιοπρεπείς μισθούς, όλο το χρόνο, με κοινωνική προσφορά και ευθύνη.

Ο Σουλεϊμαν είναι ανειδίκευτος εργάτης. Το ίδιο και ο Σάκης ανειδίκευτος πολιτικός είναι! Ονειρεύτηκε ο Σουλεϊμάν να γίνει κύριος του εαυτού του και μπήκε στη συνεργατική. Το ίδιο και ο Σάκης με χιλιάδες όνειρα να προσφέρει στο νησί του. Ο ένας κατέληξε σε εργολάβο και ο άλλος διαπίστωσε ότι το κράτος είναι μπάχαλο και η πατρίδα καφενείο!

Πήγα στο σπίτι και το έγραψα αγαπητοί μου σχολιαστές νευριασμένος με το ερώτημα εάν είναι η  Ελλάς αυτή που σκοτώνει τα παιδιά της ή είναι οι ανειδίκευτοι δημοτικοί μας άρχοντες.

Κώστας Καϊσερλης π. Δήμαρχος Κω