Στο παγκάκι με τον Δε Λαστίκ, τα πολιτικά φαντάσματα και οι Μάο, Μάο.

Κυριακή πρωί, πρωί, ο ήλιος καλά, καλά δεν είχε βγει ακόμα και το παγκάκι έβραζε.  Λες, είπα μέσα μου, να τσακώνονται στον χάντακα από κάτω ο Δε Λαστίκ με τους δικούς του. Λες να ήταν αληθινό το όνειρο που είδα το βράδυ με τα φαντάσματα!!

Τσακ και το παγκάκι έκαμε το θαύμα του. Το μυαλό μου πήγε σε άλλα μέρη! Μακρινά μέσα στη Ζούγκλα.

 Εμφανίζεται ένα χωριό με τους φιλήσυχους κατοίκους του, τους Μάο, Μάο. Ο ένας λίγο στραβός, ο άλλος λίγο κουτσός, άλλος με τικ, και όλοι κοντοί δυό πιθαμές κάτω από το κανονικό!!! Όλοι γνωστοί και φίλοι, να κοροϊδεύουν ο ένας τον άλλον. Κούτσαυλο ο ένας, τύφλακα ο άλλος. Αλλά και να φτιάχνουν με ότι έχουν και ότι μπορούν, άλλος λίγο και άλλος πολύ, το χωριό και τη γειτονιά τους.

Βλέπετε μόλις είχαν φύγει οι κύκλωπες που τους είχαν δούλους και υπόφεραν. Άσε που τους έτυχαν και οι πληγές του Φαραώ με τα καπνά, τις τομάτες, τη ξενιτειά και όμως είχαν ξαναστήσει το χωριό τους.

Και κεί που ζούσανε, ξαφνικά από το πουθενά,  έρχεται στο χωριό ένας τύπος ένα μπόι παραπάνω! Βλέπει το χωριό, κόβει τους Μάο, Μάο από πάνω μέχρι κάτω και λέει μέσα του: Εδώ είναι καλά ν’ αράξω. Μπορεί να είναι κουτσοί, μπορεί να είναι στραβοί, αλλά είναι προκομένοι και το χωριό μάλλον έχει ανάγκη από έναν πιο ψηλό να τα βλέπει από πάνω και νάναι και γερός.

Ανοίγει το μαγαζί του, φτιάχνει την οικογένεια του και ξεκινά τη βιοπάλη. Έλα όμως που δεν είχε ομπρέλα!. Βλέπετε σε αυτό το χωριό βρέχει συνεχώς και οι σακάτηδες Μάο, Μάο είχαν το σπιτάκι τους και  κρατούσαν και από μία ομπρέλα! Εκείνος κάθε μέρα ήταν σούππι!

Το σκέφτεται καλά και αγοράζει μια ομπρέλα από την πιάτσα! Την συνηθισμένη ομπρέλα! Αυτή που πουλούν πέντε ευρώ σε όλα τα μέρη του κόσμου!  Πούχει πάνω της σημαίες των προγόνων!  Που θα πάει σου λέει, αυτή η ομπρέλα θα με καλύψει! Και ξεκινά. Να οι πρόγονοι από δω, να οι πρόγονοι από κει! Άλλωστε το παραμύθι το ξέρει πολύ καλά. Πάνω στις φωτογραφίες των αρχαίων προγόνων στήθηκαν κράτη ολόκληρα….

Όμως κάτι δεν πάει καλά. Μετρά, ξαναμετρά το βρέξιμο και βλέπει ότι αυτή η ομπρέλα δεν φτάνει. Οι μπόρες ήταν δυνατές, οι σακάτηδες βολεύονταν ενώ αυτός με μια ομπρέλα και μάλιστα ξεθωριασμένη και πολυχρησιμοποιημένη γινότανε ακόμα  σούππι! 

Σκέφτεται, ξανασκέφτεται. Έβαλε κάτω το μυαλό του όπως ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Μελέτησε καλά τον καιρό! Μελέτησε καλά και τους σακάτηδες Μάο, Μάο που δεν άκουγαν και δεν έβλεπαν καλά και το βρήκε!  Εδώ, λέει μέσα του, χρειάζεται ακόμα μία ομπρέλα! Είμαι σου λέει ψηλός και με μια ακόμα ομπρέλα που θα έχει μακρύ χέρι θα τους σκεπάσω όλους!

Μάνι, μάνι πάει στο φύλαρχο του χωριού και αυτός αμέσως συγκινημένος από την ξεφτισμένη ομπρέλα με τις σημαίες του δίνει μιά δικιά του!

Την ανοίγει χαρούμενος και με καμάρι άρχισε να πηγαινοέρχεται στο χωριό! Έλα όμως που η ομπρέλα ήταν του κουτσού Φύλαρχου και γελούσανε όλοι οι άλλοι που ήτανε κουφοί και στραβοί!!!!!!.

Το σκέφτεται από δω, το σκέφτεται από κει, πετά την ομπρέλα του Φύλαρχου στα σκουπίδια ρεζιλεμένος  και παίρνει την μεγάλη απόφαση:. Δεν πάει άλλο! Θέλω και δεύτερη ομπρέλα και τελικά θα πάω στο Μάγο που ήτανε στο άλλο χωριό!

Έχοντας λοιπόν δύο ομπρέλες ο δικός μας, την μια με τη σημαία και την άλλη του Μάγου αισθάνεται παντοδύναμος! Πήραν τα μυαλά του αέρα, αγνόησε ότι σαυτό το χωριό έχει καταιγίδες και ξαφνικά με τους κεραυνούς και τις αστραπές άρχισε να βλέπει πολιτικά φαντάσματα!

Οι νταλίκες με τα αμμοχάλικα που περνούσαν μου τα χάλασαν.  Άρχισε να τρεμοπαίζει η εικόνα!.  Η υπόθεση στο χωριό των Μάο, Μάο άρχισε να ξεθωριάζει Και ο Δε Λαστίκ που καθότανε δίπλα ίσα, ίσα που πρόλαβε.

Με βλέπει, χαμογελά,  κοιτάζει πέρα τον ορίζοντα, μετρά τα εκατοντάδες χρόνια που πέρασαν και μου λέει!

– Μην τα βάζεις με τον άνθρωπο! Δεν φταίει αυτός. Βρέχονταν και έπρεπε να βρει ομπρέλα! Και αντί να μπει στο σπίτι κάποιου σακάτη για να στεγνώσει, αγόρασε με πέντε ευρώ από την πιάτσα στο Μοναστηράκι την ομπρέλα, γεμάτη με σπαθιά και παράσημα των ηρώων που συγκινούν  τους σακάτηδες του χωριού και έκαμε και νταλαβέρι,  δανεικιά την άλλη ομπρέλα του Μάγου που εξουσιάζει όλα τα γύρω χωριά.

Σου λέω, απόσα έχουν δει τα μάτια μου τα εκατοντάδες χρόνια που κάθομαι στο παγκάκι, ότι έτσι θα κυκλοφορεί  όσο θα τον προστατεύουν αυτές οι ομπρέλες, μέχρι νάρθει η Άνοιξη και οι σακάτηδες να γειάνουν.

Τον λοξοκοιτάζω, ξύνω το κεφάλι μου και σκέφτομαι ότι ο Δε Λαστίκ έχει δίκιο!

 Έλα όμως που μου σφύριξαν ότι άρχισε να πουλά  κηραλοιφές και μαζούνια για το τικ…..

Κ. Καϊσερλης π. Δήμαρχος Κω

Αφιερωμένο σε όλους τους ιθαγενείς όπως μας έλεγε ο αξέχαστος Γιώργος Σουρασής στα ωραία του και φυσικά και σε κείνους που ήλθαν στο χωριό μας, ξέμειναν και από σεβασμό στους Μάο, Μάο  άρχισαν να αλληθωρίζουν και να αποκτούν τικ, και που σαν φαντάσματα κυκλοφορούν στο χωριό, γυροφέρνοντας ολοζώντανοι πάνω σε αυτά που έφτιαξαν με τον ιδρώτα τους μέχρι σήμερα.

Και να πω με όλο τον σεβασμό  στην αγαπητή κ. Σκαλέρη που μόλις προχθές τους τίμησε, αλλά και στο ιστορικό «βημα», ότι δεν πρέπει να ξεχνούν για τους έχοντες ομπρέλες το: «Όμοιος, ομοίω αεί πελάζειν» λαϊκά μεθερμηνευόμενο «Όμοιος στον όμοιο και κοπριά στα λάχανα» ή «δες με ποιους πάει για να μάθεις ποιος είναι»